Ενσυναίσθηση: Ικανότητα ή Επιλογή;

03/12/2020

Η ενσυναίσθηση, θεωρείται ως βασική διάσταση της συναισθηματικής νοημοσύνης και αποτελεί διαδικασία στην οποία ένα άτομο μπορεί να κατανοήσει τη συναισθηματική κατάσταση του άλλου, χωρίς όμως τη δεδομένη στιγμή να βιώνει το ίδιο γεγονός (Βγενοπούλου, Πρεζεράκος & Τζαβέλλα, 2017). Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να αναφερθεί πως η ενσυναίσθηση δεν συνεπάγεται με μια ταύτιση συναισθημάτων, αλλά με μια βαθιά επικοινωνιακή διαδικασία, μέσω της οποίας, προσπαθούμε πραγματικά να «ακούσουμε» τον άλλο. Να αισθανθούμε και να κατανοήσουμε τί πραγματικά θέλει να μας πει, τα συναισθήματα, τις ανάγκες του, τους παράγοντες που τον οδηγούν στις συμπεριφορές του. Ενώ από πολλούς ερευνητές χαρακτηρίζεται ως μια ικανότητα ή ένα χαρακτηριστικό, που οι άνθρωποι φέρουν με τη γέννησή τους, άλλοι υποστηρίζουν ότι η ενσυναίσθηση αποτελεί ανθρώπινη δεξιότητα, αφού με τις κατάλληλες παρεμβάσεις μπορεί να ενισχυθεί (Δαλακούρα, 2011, Dewar, 2009).

Αποτελεί επίσης, μια έννοια που κέρδισε το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών και ψυχολόγων οι οποίοι επιχειρούν να την εντάξουν σε διάφορα εκπαιδευτικά σεμινάρια και να την αναπτύξουν. Βασικά συστατικά της ενσυναίσθησης είναι η καλή ακρόαση, η δεκτικότητα, η συναισθηματική διαθεσιμότητα και η αποδοχή του ατόμου που βρίσκεται απέναντί μας (Κιρκιγιάννη, 2015). Η ενσυναίσθηση, αποτελεί εργαλείο τόσο για τους ψυχολόγους αλλά και για οποιοδήποτε άλλο άτομο έχει το ρόλο του ακροατή. Μπορεί να θεωρηθεί ως σύμμαχός μας στην κάθε περίπτωση που καλούμαστε να ακούσουμε, να συνυπάρξουμε και να συναντήσουμε τον άλλον συναισθηματικά. Η ενεργοποίησή της, λειτουργεί ως παράγοντας σημαντικός για την κατανόηση του άλλου, αλλά και ως μια μέθοδος που βοηθά στην επίτευξη της συναισθηματικής ισορροπίας και ψυχικής του υγείας (Raw, 2017).

Συνεπώς, για να ανταποκριθούμε στις ανάγκες ενός άλλου ατόμου με ενσυναίσθηση, χρειάζεται να τηρήσουμε συμπεριφορές καλής ακρόασης. Συγκεκριμένα, να διατηρούμε όλη μας την προσοχή σε αυτά που ακούμε και να ανταποκρινόμαστε με αφοσίωση στο άτομο που επικοινωνεί μαζί μας. Την ίδια στιγμή, να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και να μην βιαζόμαστε να καταλήξουμε σε συμπεράσματα προτού αποκτήσουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα για το γεγονός, τις σκέψεις, όπως και τα συναισθήματα που το βίωμα προκαλεί στο άτομο που έχουμε απέναντί μας. Ενώ απαραίτητη είναι η αποδοχή των συναισθημάτων και των σκέψεων του άλλου, η επικριτική στάση θεωρείται εχθρός της διαδικασίας αυτής. Η συναισθηματική διαθεσιμότητα, η ετοιμότητά μας δηλαδή για να αποδεχτούμε και να κατανοήσουμε τα συναισθήματα του ομιλητή, αποτελούν επίσης απαραίτητα στοιχεία της ενσυναίσθησης.

Ως ψυχολόγοι, γονείς, φίλοι, συνεργάτες, πολλές φορές βρισκόμαστε στη θέση του ακροατή. Είναι όμως αρκετό αυτό για να τον βοηθήσουμε ώστε να αντιμετωπίσει την εσωτερική ένταση και να επιτευχθεί η ψυχική του ισορροπία και υγεία; Ίσως κάποιες φορές να είναι όντως αρκετό. Στις περιπτώσεις όμως που κατά την επικοινωνία μας δρούμε με ενσυναίσθηση ενεργοποιώντας τα «κουμπιά» συναισθήματος, κατανόησης και αποδοχής, είναι πιο πιθανόν να βοηθήσουμε τον συνομιλητή μας ώστε να εκφράσει τη δυσκολία του, να βρει ανταπόκριση από εμάς, να μοιραστεί μαζί μας τους προβληματισμούς του και μέσα από ένα κοινό χειρισμό να φτάσει πιο κοντά στη ψυχική γαλήνη. Και ενώ η υιοθέτηση μιας ενσυναισθητικής στάσης είναι μια απαιτητική και δύσκολη διαδικασία, φαίνεται πως μέσα από την εξάσκηση και όντας γνωστικά και συναισθηματικά αφοσιωμένοι στο συνομιλητή μας, μπορούμε να την επιτύχουμε (Goleman, 2011).

Στυλιανού Ιφιγένεια, Εκπαιδευτική - Σχολική Ψυχολόγος

Μέλος Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου

Πανεπιστήμιο Κύπρου, Τμήμα Ψυχολογίας


https://www.facebook.com/mathisiparemvasi/